συγκατάβαση
•
- λόγιοεπιεικής αποδοχή, ανεκτικότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκατάβαση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συγκατάβασις < αρχαία ελληνική συγκαταβαίνω < (σύν) συγ- + (κατά) κατα- + βαίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συγκατάβαση | συγκαταβάσεις |
| Γενική | συγκατάβασης | συγκαταβάσεων |
| Αιτιατική | συγκατάβαση | συγκαταβάσεις |
| Κλητική | συγκατάβαση | συγκαταβάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →