Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγκαταβατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που δείχνει συγκατάβαση Βικιλεξικό
  2. που είναι επιεικής, ενδοτικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συγκαταβατικός < ελληνιστική συγκαταβατικός< συγκαταβαίνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυγκαταβατικόςσυγκαταβατικήσυγκαταβατικό
Γενικήσυγκαταβατικούσυγκαταβατικήςσυγκαταβατικού
Αιτιατικήσυγκαταβατικόσυγκαταβατικήσυγκαταβατικό
Κλητικήσυγκαταβατικέσυγκαταβατικήσυγκαταβατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυγκαταβατικοίσυγκαταβατικέςσυγκαταβατικά
Γενικήσυγκαταβατικώνσυγκαταβατικώνσυγκαταβατικών
Αιτιατικήσυγκαταβατικούςσυγκαταβατικέςσυγκαταβατικά
Κλητικήσυγκαταβατικοίσυγκαταβατικέςσυγκαταβατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →