συγκατοικώ
•
- κατοικώ μαζί με κάποιον άλλο, είμαστε συγκάτοικοι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκατοικώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συγκατοικῶ, συνηρημένος τύπος του συγκατοικέω < σύν (συγ-) + κατοικέω / κατοικῶ < κάτοικος < κατά + οἶκος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συγκατοικώ | συγκατοικείς | συγκατοικεί | συγκατοικούμε | συγκατοικείτε | συγκατοικούν / συγκατοικούνε |
| Παρατατικός | συγκατοικούσα | συγκατοικούσες | συγκατοικούσε | συγκατοικούσαμε | συγκατοικούσατε | συγκατοικούσαν / συγκατοικούσανε |
| Αόριστος | συγκατοίκησα | συγκατοίκησες | συγκατοίκησε | συγκατοικήσαμε | συγκατοικήσατε | συγκατοίκησαν / συγκατοικήσαν / συγκατοικήσανε |
| Μέλλοντας | θα συγκατοικήσω / θα συγκατοικώ | θα συγκατοικήσεις / θα συγκατοικείς | θα συγκατοικήσει / θα συγκατοικεί | θα συγκατοικήσουμε / θα συγκατοικούμε | θα συγκατοικήσετε / θα συγκατοικείτε | θα συγκατοικήσουν / θα συγκατοικήσουνε / θα συγκατοικούν / θα συγκατοικούνε |
| Παρακείμενος | έχω συγκατοικήσει | έχεις συγκατοικήσει | έχει συγκατοικήσει | έχουμε συγκατοικήσει | έχετε συγκατοικήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συγκατοικήσει | είχες συγκατοικήσει | είχε συγκατοικήσει | είχαμε συγκατοικήσει | είχατε συγκατοικήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω συγκατοικήσει / να συγκατοικήσω / να συγκατοικώ | να έχεις συγκατοικήσει / να συγκατοικήσεις / να συγκατοικείς | να έχει συγκατοικήσει / να συγκατοικήσει / να συγκατοικεί | να έχουμε συγκατοικήσει / να συγκατοικήσουμε / να συγκατοικούμε | να έχετε συγκατοικήσει / να συγκατοικήσετε / να συγκατοικείτε | να συγκατοικήσουν / να συγκατοικήσουνε / να συγκατοικούν / να συγκατοικούνε |
| Προστακτική | — | συγκατοίκησε | — | — | συγκατοικήστε / συγκατοικείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →