Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγκάτοικος

/siŋˈɡa.ti.kos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που κατοικεί μαζί με κάποιον άλλο, που μοιράζονται την ίδια οικία (διαμέρισμα, σπίτι κ.λπ.), που συγκατοικεί Βικιλεξικό
    • Τέλος πάντων, το ζήτημα είναι πως τα συμφέροντα, η τεμπελιά και η άγνοια με έριξαν στην ανθυγιεινή αγκαλιά της βιομηχανίας που έμελλε να με σκοτώσει αργά και ηδονικά. Γιατί ευτυχώς οι συγκάτοικοι δεν ήταν φραγκοφονιάδες. Μου αγόραζαν πανάκριβες γκουρμέ κονσέρβες (Λένα Διβάνη, Εγώ ο Ζάχος Ζάχαρης (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2024)
    • Εκείνο ωστόσο που με ενοχλεί περισσότερο είναι η στάση κάποιων συμπολιτών μας. Οι οποίοι αντιμετωπίζουν τον κύριο Covid-19 όχι σαν εισβολέα που θα πεταχτεί έξω με τις κλωτσιές αλλά σαν μόνιμο εφεξής συγκάτοικό μας.

Ετυμολογία

συγκάτοικος < ελληνιστική κοινή συγκάτοικος < αρχαία ελληνική συγκατοικέω / συγκατοικῶ. Μορφολογικά, συν (συγ-) + κάτοικος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυγκάτοικοςσυγκάτοικοι
Γενικήσυγκάτοικου / συγκατοίκουσυγκατοίκων
Αιτιατικήσυγκάτοικοσυγκάτοικους / συγκατοίκους
Κλητικήσυγκάτοικεσυγκάτοικοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →