συγκεράζω
•
- συνδυάζω αντίθετες απόψεις, γνώμες κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκεράζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συγκεράω / συγκερῶ < αρχαία ελληνική συγκεράννυμι < συν- + κεράννυμι
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συγκεράζω | συγκεράζεις | συγκεράζει | συγκεράζουμε | συγκεράζετε | συγκεράζουν / συγκεράζουνε |
| Παρατατικός | συγκέραζα | συγκέραζες | συγκέραζε | συγκεράζαμε | συγκεράζατε | συγκέραζαν / συγκεράζαν / συγκεράζανε |
| Αόριστος | συγκέρασα | συγκέρασες | συγκέρασε | συγκεράσαμε | συγκεράσατε | συγκέρασαν / συγκεράσαν / συγκεράσανε |
| Μέλλοντας | θα συγκεράζω / θα συγκεράσω | θα συγκεράζεις / θα συγκεράσεις | θα συγκεράζει / θα συγκεράσει | θα συγκεράζουμε / θα συγκεράσουμε | θα συγκεράζετε / θα συγκεράσετε | θα συγκεράζουν / θα συγκεράζουνε / θα συγκεράσουν / θα συγκεράσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συγκεράσει | έχεις συγκεράσει | έχει συγκεράσει | έχουμε συγκεράσει | έχετε συγκεράσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συγκεράσει | είχες συγκεράσει | είχε συγκεράσει | είχαμε συγκεράσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συγκεράσει / να συγκεράζω / να συγκεράσω | να έχεις συγκεράσει / να συγκεράζεις / να συγκεράσεις | να έχει συγκεράσει / να συγκεράζει / να συγκεράσει | να έχουμε συγκεράσει / να συγκεράζουμε / να συγκεράσουμε | να έχετε συγκεράσει / να συγκεράζετε / να συγκεράσετε | να συγκεράζουν / να συγκεράζουνε / να συγκεράσουν / να συγκεράσουνε |
| Προστακτική | — | συγκέραζε / συγκέρασε | — | — | συγκεράζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συγκεράστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →