συγκερασμός
•
- ανάμειξη, ένωση, ανακάτεμα διάφορων υλικών Βικιλεξικό
- μεταφορικάο συνδυασμός αντίθετων ή διαφορετικών στοιχείων Βικιλεξικό
- ο συγκερασμός των προτάσεων θα οδηγήσει στη σωστή διευθέτηση του προβλήματος
- λεκτική κράση, συνένωση λέξεων Βικιλεξικό
- τὠληθές, Ιων. κράση αντί τὸ ἀληθές.
- τὠπό, τὠποβαῖνον, Ιων. κράση αντί τὸ ἀπό, τὸ ἀποβαῖνον.
- τὠργείου, Δωρ. κράση αντί Ἀργείου.
- τὠρχαῖον, Ιων. κράση αντί τὸ ἀρχαῖον.
- σύμφυρση Βικιλεξικό
- μουσικήσύστημα χορδίσματος με επέμβαση στον καθορισμό των μουσικών διαστημάτων. Στα ελληνικά, υποννοείται ο ίσος συγκερασμός, δηλαδή η διαίρεση της οκτάβας σε δώδεκα ίσα διαστήματα, σε αντίθεση με άλλα κουρδίσματα που εφαρμόζουν άλλα είδη συγκερασμών (με διαφορετική σχέση ανάμεσα στα διαστήματα) ή κανένα συγκερασμό (που βασίζεται στη φυσική αρμονική σειρά των συχνοτήτων). Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκερασμός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική συγκεράννυμι < σύν + κεράννυμι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συγκερασμός | συγκερασμοί |
| Γενική | συγκερασμού | συγκερασμών |
| Αιτιατική | συγκερασμό | συγκερασμούς |
| Κλητική | συγκερασμέ | συγκερασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →