συγκερνώ
•
- αναμειγνύω, συνδυάζω υγρά Βικιλεξικό
- μετριάζω, υποστέλλω τη σφοδρότητα μιας ενέργειας ή ενός αποτελέσματος αναμιγνύοτας κάτι με κάτι άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκερνώ < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →