συγκεχυμένος
•
- μπερδεμένος, ασαφής, δυσδιάκριτος, ακαθόριστος Βικιλεξικό
- Προσπάθησε να το διαβάσει, μα δεν μπορούσε. Τα γράμματα χόρευαν συγκεχυμένα. (Γιώργος Θεοτοκάς Η λίμνη [διήγημα])
Ετυμολογία
συγκεχυμένος < αρχαία ελληνική συγκεχυμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συγχέω
Άλλοι τύποι
συγκεχυμένασυγκεχυμένεσυγκεχυμένεςσυγκεχυμένησυγκεχυμένηςσυγκεχυμένοσυγκεχυμένοισυγκεχυμένοςσυγκεχυμένουσυγκεχυμένουςσυγκεχυμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →