συγκινησιακός
•
- σχετικός με τη συγκίνηση ή τα συναισθήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκινησιακός < συγκίνηση
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συγκινησιακός | συγκινησιακή | συγκινησιακό |
| Γενική | συγκινησιακού | συγκινησιακής | συγκινησιακού |
| Αιτιατική | συγκινησιακό | συγκινησιακή | συγκινησιακό |
| Κλητική | συγκινησιακέ | συγκινησιακή | συγκινησιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συγκινησιακοί | συγκινησιακές | συγκινησιακά |
| Γενική | συγκινησιακών | συγκινησιακών | συγκινησιακών |
| Αιτιατική | συγκινησιακούς | συγκινησιακές | συγκινησιακά |
| Κλητική | συγκινησιακοί | συγκινησιακές | συγκινησιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →