Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγκινητικός

/siŋ.ɟi.ni.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με συγκίνηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί / προξενεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συγκινητικός < ελληνιστική κοινή συγκινητικός < (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική émouvant )

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυγκινητικόςσυγκινητικήσυγκινητικό
Γενικήσυγκινητικούσυγκινητικήςσυγκινητικού
Αιτιατικήσυγκινητικόσυγκινητικήσυγκινητικό
Κλητικήσυγκινητικέσυγκινητικήσυγκινητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυγκινητικοίσυγκινητικέςσυγκινητικά
Γενικήσυγκινητικώνσυγκινητικώνσυγκινητικών
Αιτιατικήσυγκινητικούςσυγκινητικέςσυγκινητικά
Κλητικήσυγκινητικοίσυγκινητικέςσυγκινητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →