συγκρίνομαι
•
- μέσης διάθεσηςσυγκρίνω τον εαυτό μου με κάποιο άλλο πρόσωπο, αναμετριέμαι Βικιλεξικό
- συγκρίνομαι με τον αδελφό μου ώρες-ώρες και βλέπω ότι είναι πιο άξιος από μένα
- παθητικής διάθεσηςμε συγκρίνουν, υποβάλλομαι σε σύγκριση με κάποιο άλλο πρόσωπο/πράγμα Βικιλεξικό
- Και γιατί σου είπε ότι είσαι όμοιος με τον αδελφό σου; Δε συγκρίνεσαι εσύ με αυτό το τέρας!
- Μόνο τα όμοια συγκρίνονται. Μη συγκρίνεις λοιπόν ανόμοια τρίγωνα γιατί το ένα δεν συγκρίνεται με το άλλο."
Ετυμολογία
συγκρίνομαι < παθητική φωνή του ρήματος συγκρίνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →