συγκυβέρνηση
•
- πολιτικήη άσκηση του κυβερνητικού έργου από δύο ή περισσότερα κόμματα (ή άτομα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκυβέρνηση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική συγκυβέρνησις < σύν (συγ-) + αρχαία ελληνική κυβέρνησις < κυβερνάω / κυβερνῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συγκυβέρνηση | συγκυβερνήσεις |
| Γενική | συγκυβέρνησης | συγκυβερνήσεων |
| Αιτιατική | συγκυβέρνηση | συγκυβερνήσεις |
| Κλητική | συγκυβέρνηση | συγκυβερνήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →