συγκυβερνώ
•
- πολιτικήασκώ τη διακυβέρνηση μαζί με κάποιον άλλο (ή άλλους) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκυβερνώ < συν- + κυβερνώ < αρχαία ελληνική κυβερνάω / κυβερνῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συγκυβερνώ | συγκυβερνείς | συγκυβερνεί | συγκυβερνούμε | συγκυβερνείτε | συγκυβερνούν / συγκυβερνούνε |
| Παρατατικός | συγκυβερνούσα | συγκυβερνούσες | συγκυβερνούσε | συγκυβερνούσαμε | συγκυβερνούσατε | συγκυβερνούσαν / συγκυβερνούσανε |
| Αόριστος | συγκυβέρνησα | συγκυβέρνησες | συγκυβέρνησε | συγκυβερνήσαμε | συγκυβερνήσατε | συγκυβέρνησαν / συγκυβερνήσαν / συγκυβερνήσανε |
| Μέλλοντας | θα συγκυβερνήσω / θα συγκυβερνώ | θα συγκυβερνήσεις / θα συγκυβερνείς | θα συγκυβερνήσει / θα συγκυβερνεί | θα συγκυβερνήσουμε / θα συγκυβερνούμε | θα συγκυβερνήσετε / θα συγκυβερνείτε | θα συγκυβερνήσουν / θα συγκυβερνήσουνε / θα συγκυβερνούν / θα συγκυβερνούνε |
| Παρακείμενος | έχω συγκυβερνήσει | έχεις συγκυβερνήσει | έχει συγκυβερνήσει | έχουμε συγκυβερνήσει | έχετε συγκυβερνήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συγκυβερνήσει | είχες συγκυβερνήσει | είχε συγκυβερνήσει | είχαμε συγκυβερνήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συγκυβερνήσει / να συγκυβερνήσω / να συγκυβερνώ | να έχεις συγκυβερνήσει / να συγκυβερνήσεις / να συγκυβερνείς | να έχει συγκυβερνήσει / να συγκυβερνήσει / να συγκυβερνεί | να έχουμε συγκυβερνήσει / να συγκυβερνήσουμε / να συγκυβερνούμε | να έχετε συγκυβερνήσει / να συγκυβερνήσετε / να συγκυβερνείτε | να συγκυβερνήσουν / να συγκυβερνήσουνε / να συγκυβερνούν / να συγκυβερνούνε |
| Προστακτική | — | συγκυβέρνει / συγκυβέρνησε | — | — | συγκυβερνήστε / συγκυβερνείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →