συγκυβερνήτης
•
- πολιτικήπου ασκεί συγκυβέρνηση Βικιλεξικό
- που μαζί με τον κυβερνήτη πιλοτάρει ένα αεροπλάνο, διευθύνει ένα πλεούμενο κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκυβερνήτης (μαρτυρείται από το 1832) < συγκυβερνώ/συγκυβερνάω, συγκυβερνη- + -της. Δείτε και το μεσαιωνικό συγκυβερνήτης.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συγκυβερνήτης | συγκυβερνήτες |
| Γενική | συγκυβερνήτη | συγκυβερνητών |
| Αιτιατική | συγκυβερνήτη | συγκυβερνήτες |
| Κλητική | συγκυβερνήτη | συγκυβερνήτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →