συγχύζομαι
•
- ταράζομαι τόσο πολύ που τα χάνω, νιώθω σύγχυση, με συγχύζει κάποιος ή κάτι Βικιλεξικό
- Δεν φαντάζεσαι πόσο συγχύστηκα χτες το βράδυ που έμαθα ότι ο γαμπρός μας χαστούκισε την κόρη μας
Ετυμολογία
συγχύζομαι < παθητική φωνή του ρήματος συγχύζω < σύγχυση < αρχαία ελληνική σύγχυσις < συγχέω
Άλλοι τύποι
ασυγχυζόμουνσυγχυσμένοςσυγχυστώσυγχύστηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →