σύγχυση
•
- μπερδεμένη κατάσταση ή αντίληψη της κατάστασης, που προκύπτει από άγνοια, ασάφεια, αταξία κ.λπ. Βικιλεξικό
- Oι οπλίτες χαμογελούσαν με αυτοπεποίθηση καθώς άρχιζε η μάχη και για να προκαλέσουν σύγχυση, όμως μέσα στη μάχη επικρατούσαν σκληρότεροι μορφασμοί, κυρίως όμως η τακτική και η αριθμητική υπεροχή.
- ψυχιατρικήδιαταραγμένη διανοητική, συνειδησιακή ή συναισθηματική κατάσταση, που συνεπάγεται ελαφρύτερο -ή και καθόλου- καταλογισμό ευθυνών Βικιλεξικό
- ταραχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύγχυση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύγχυσις < συγχέω < σύν + χέω :* (ψυχιατρικός όρος) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική confusion :* (ταραχή) < (σημασιολογικό δάνειο) ιταλική turbamento : Για τις διαφοροποιημένες γραφές, ως εξής: σύγχυση - συγχέω (τα μπερδεύω), σύγχιση - συγχίζω (εκνευρίζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύγχυση | συγχύσεις |
| Γενική | σύγχυσης | συγχύσεων |
| Αιτιατική | σύγχυση | συγχύσεις |
| Κλητική | σύγχυση | συγχύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →