Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συζευκτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με σύζευξη ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συζευκτικός < ελληνιστική κοινή συζευκτικός < αρχαία ελληνική συζεύγνυμι < σύν + ζεύγνυμι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυζευκτικόςσυζευκτικήσυζευκτικό
Γενικήσυζευκτικούσυζευκτικήςσυζευκτικού
Αιτιατικήσυζευκτικόσυζευκτικήσυζευκτικό
Κλητικήσυζευκτικέσυζευκτικήσυζευκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυζευκτικοίσυζευκτικέςσυζευκτικά
Γενικήσυζευκτικώνσυζευκτικώνσυζευκτικών
Αιτιατικήσυζευκτικούςσυζευκτικέςσυζευκτικά
Κλητικήσυζευκτικοίσυζευκτικέςσυζευκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →