Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συζητητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη συζήτηση ή αναφέρεται σ' αυτή, διαλεκτικός, που αφορά διάλογο ή διαλεκτική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συζητητικός < ελληνιστική κοινή συζητητικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυζητητικόςσυζητητικήσυζητητικό
Γενικήσυζητητικούσυζητητικήςσυζητητικού
Αιτιατικήσυζητητικόσυζητητικήσυζητητικό
Κλητικήσυζητητικέσυζητητικήσυζητητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυζητητικοίσυζητητικέςσυζητητικά
Γενικήσυζητητικώνσυζητητικώνσυζητητικών
Αιτιατικήσυζητητικούςσυζητητικέςσυζητητικά
Κλητικήσυζητητικοίσυζητητικέςσυζητητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →