συζητώ
•
- αναλύω μέσω του διαλόγου μαζί με άλλους κάτι ή αναζητώ τη λύση ενός προβλήματος Βικιλεξικό
- αντιπαραθέτω τις απόψεις μου στις απόψεις κάποιου ή κάποιων άλλων Βικιλεξικό
- μιλάω με κάποιον άλλον, συνδιαλέγομαι, συνομιλώ, κουβεντιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συζητώ < αρχαία ελληνική συζητέω / συζητῶ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική discuter)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συζητάω / συζητώ | συζητάς / συζητείς | συζητά / συζητάει / συζητεί | συζητάμε / συζητούμε | συζητάτε / συζητείτε | συζητάν / συζητάνε / συζητούν / συζητούνε |
| Παρατατικός | συζήταγα / συζητούσα | συζήταγες / συζητούσες | συζήταγε / συζητούσε | συζητάγαμε / συζητούσαμε | συζητάγατε / συζητούσατε | συζήταγαν / συζητάγανε / συζητούσαν / συζητούσανε |
| Αόριστος | συζήτησα | συζήτησες | συζήτησε | συζητήσαμε | συζητήσατε | — |
| Μέλλοντας | θα συζητάω / θα συζητήσω / θα συζητώ | θα συζητάς / θα συζητήσεις / θα συζητείς | θα συζητά / θα συζητάει / θα συζητήσει / θα συζητεί | θα συζητάμε / θα συζητήσουμε / θα συζητούμε | θα συζητάτε / θα συζητήσετε / θα συζητείτε | θα συζητάν / θα συζητάνε / θα συζητούν / θα συζητούνε |
| Υποτακτική | να συζητάω / να συζητήσω / να συζητώ | να συζητάς / να συζητήσεις / να συζητείς | να συζητά / να συζητάει / να συζητήσει / να συζητεί | να συζητάμε / να συζητήσουμε / να συζητούμε | να συζητάτε / να συζητήσετε / να συζητείτε | να συζητάν / να συζητάνε / να συζητούν / να συζητούνε |
| Προστακτική | — | συζήτα / συζήταγε / συζήτησε | — | — | συζητάτε / συζητείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →