Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συκόφυλλο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φύλλο συκιάς Βικιλεξικό
    • Στις κωμωδίες του Αριστοφάνη γίνεται λόγος για εδέσματα που δεν προκαλούν το ενδιαφέρον μας. Στους «Ιππείς» μιλάει για «ξίγκι βοδινό ψημένο μέσα σε συκόφυλλα».
    • Πολλοί χρησιμοποιούν τα ξερά σύκα για την αντιμετώπιση στοματικών παθήσεων και κρυολογημάτων, ενώ άλλοι χρησιμοποιούν τη σκόνη από αποξηραμένα συκόφυλλα για αιμοστατικό.

Ετυμολογία

συκόφυλλο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συκόφυλλον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυκόφυλλοσυκόφυλλα
Γενικήσυκόφυλλουσυκόφυλλων
Αιτιατικήσυκόφυλλοσυκόφυλλα
Κλητικήσυκόφυλλοσυκόφυλλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →