Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμβίωση

/siɱˈvi.o.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συμβιώνω Βικιλεξικό
    • από τη στιγμή που «μου μπήκε» η ιδέα πως ο Τζόναθαν γκομενίζει με τον Άρθρουρ, η συμβίωσή μας μετατράπηκε σ' ένα συνεχή πανικό (Παύλος Θ. Κάγιος, Μη μ' αφήσεις να χαθώ, εκδ. Καστανιώτη, 2013)
    • Ὁ πολιτικός γάμος μπορεῖ νὰ τίθεται ὡς ἀναγκαστικὴ προϋπόθεση —κοινωνικὴ ἢ ἠθική— σὲ κάθε συζυγικὴ συμβίωση, ὄχι ὅμως καὶ τὸ μυστήριο τοῦ Γάμου. Τό μυστήριο προσφέρεται ἀπό τήν Ἐκκλησία μόνο σέ ὅσους θέλουν νά ζήσουν τή μεταμόρφωση τῆς φυσικῆς ἐρωτικῆς σχέσης σέ σταυρική ἄσκηση ἐλευθερίας καί ἀγαπητικῆς αὐταπάρνησης σέ γεγονός μετοχῆς στήν ἔσχατη ἀλήθεια τῆς «ὄντως ζωῆς». (Χρήστος Γιανναράς, Η ελευθερία του ήθους, εκδόσεις Ίκαρος, 2002)
  2. κατ’ επέκτασηη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συμβιώνω Βικιλεξικό
    • όταν το έθνος «περιφράχθηκε» μέσα στα κρατικά σύνορα, η εθνοτική/εθνική συμβίωση της προγενέστερης φάσης μετασχηματίστηκε σε γειτονία εθνικών κρατών (Σπυρίδων Πλουμίδης, Έδαφος και μνήμη στα Βαλκάνια: Ο "γεωργικός εθνικισμός" στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία (1927-1946), εκδ. Πατάκης, 2013)
  3. βιολογίαη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συμβιώνω Βικιλεξικό
    • Φαίνεται να αποτελούν το ενδιάμεσο στάδιο της συμβίωσης ορισμένων φυτών με βακτηρίδια, συμβάλλοντας στην προσκόλληση βακτηριδίων στα χόρτα (Legumes) (Χριστίνα Τεσσερομμάτη, Φυτά με φαρμακολογικές ιδιότητες: Σύγχρονες Φυτοθεραπευτικές Δυνατότητες, εκδ. Σπανός-Βιβλιοφιλία, 2016, σελ. 99)

Ετυμολογία

συμβίωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμβίωσις < αρχαία ελληνική συμβιόω / συμβιῶ < σύν (συμ- + βίος : για τη βιολογία < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική symbiose

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυμβίωσησυμβιώσεις
Γενικήσυμβίωσηςσυμβιώσεων
Αιτιατικήσυμβίωσησυμβιώσεις
Κλητικήσυμβίωσησυμβιώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →