Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμβιώνω

/siɱ.viˈo.no/ρήμα
•
  1. βιώνω / ζω μαζί με κάποιον ή κάποιους άλλους, ή στην ίδια κατοικία ή στο ίδιο περιβάλλον Βικιλεξικό
    • Ο Ίστμαν σχολίαζε την παραδοξότητα της αντιπαράθεσης εναντίον ενός εχθρού, με τον οποίο την επομένη μπορεί να συμβίωνες αρμονικά ή να συνεργαζόσουν (Λουκιανός Χασιώτης, «Γεια σας, εγγλεζάκια!» Βρετανοί στρατιώτες στην Ελλάδα 1941-45, 2019)
  2. κατ’ επέκτασησυνυπάρχω με άλλους ανθρώπους σε οργανωμένη κοινωνία Βικιλεξικό
  3. βιολογίασυνυπάρχω με άλλους οργανισμούς διαφορετικών ειδών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμβιώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμβιόω / συμβι(ῶ) + -ώνω < σύν (συμ-) + βίος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυμβιώνωσυμβιώνειςσυμβιώνεισυμβιώνουμεσυμβιώνετεσυμβιώνουν / συμβιώνουνε
Παρατατικόςσυμβίωνασυμβίωνεςσυμβίωνεσυμβιώναμεσυμβιώνατεσυμβίωναν / συμβιώναν / συμβιώνανε
Αόριστοςσυμβίωσασυμβίωσεςσυμβίωσεσυμβιώσαμεσυμβιώσατεσυμβίωσαν / συμβιώσαν / συμβιώσανε
Μέλλονταςθα συμβιώνω / θα συμβιώσωθα συμβιώνεις / θα συμβιώσειςθα συμβιώνει / θα συμβιώσειθα συμβιώνουμε / θα συμβιώσουμεθα συμβιώνετε / θα συμβιώσετεθα συμβιώνουν / θα συμβιώνουνε / θα συμβιώσουν / θα συμβιώσουνε
Παρακείμενοςέχω συμβιώσειέχεις συμβιώσειέχει συμβιώσειέχουμε συμβιώσειέχετε συμβιώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα συμβιώσειείχες συμβιώσειείχε συμβιώσειείχαμε συμβιώσει——
Υποτακτικήνα έχω συμβιώσει / να συμβιώνω / να συμβιώσωνα έχεις συμβιώσει / να συμβιώνεις / να συμβιώσειςνα έχει συμβιώσει / να συμβιώνει / να συμβιώσεινα έχουμε συμβιώσει / να συμβιώνουμε / να συμβιώσουμενα έχετε συμβιώσει / να συμβιώνετε / να συμβιώσετενα συμβιώνουν / να συμβιώνουνε / να συμβιώσουν / να συμβιώσουνε
Προστακτική—συμβίωνε / συμβίωσε——συμβιώνετε / συμβιώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →