συμβιώνω
•
- βιώνω / ζω μαζί με κάποιον ή κάποιους άλλους, ή στην ίδια κατοικία ή στο ίδιο περιβάλλον Βικιλεξικό
- Ο Ίστμαν σχολίαζε την παραδοξότητα της αντιπαράθεσης εναντίον ενός εχθρού, με τον οποίο την επομένη μπορεί να συμβίωνες αρμονικά ή να συνεργαζόσουν (Λουκιανός Χασιώτης, «Γεια σας, εγγλεζάκια!» Βρετανοί στρατιώτες στην Ελλάδα 1941-45, 2019)
- κατ’ επέκτασησυνυπάρχω με άλλους ανθρώπους σε οργανωμένη κοινωνία Βικιλεξικό
- βιολογίασυνυπάρχω με άλλους οργανισμούς διαφορετικών ειδών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμβιώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμβιόω / συμβι(ῶ) + -ώνω < σύν (συμ-) + βίος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συμβιώνω | συμβιώνεις | συμβιώνει | συμβιώνουμε | συμβιώνετε | συμβιώνουν / συμβιώνουνε |
| Παρατατικός | συμβίωνα | συμβίωνες | συμβίωνε | συμβιώναμε | συμβιώνατε | συμβίωναν / συμβιώναν / συμβιώνανε |
| Αόριστος | συμβίωσα | συμβίωσες | συμβίωσε | συμβιώσαμε | συμβιώσατε | συμβίωσαν / συμβιώσαν / συμβιώσανε |
| Μέλλοντας | θα συμβιώνω / θα συμβιώσω | θα συμβιώνεις / θα συμβιώσεις | θα συμβιώνει / θα συμβιώσει | θα συμβιώνουμε / θα συμβιώσουμε | θα συμβιώνετε / θα συμβιώσετε | θα συμβιώνουν / θα συμβιώνουνε / θα συμβιώσουν / θα συμβιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συμβιώσει | έχεις συμβιώσει | έχει συμβιώσει | έχουμε συμβιώσει | έχετε συμβιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συμβιώσει | είχες συμβιώσει | είχε συμβιώσει | είχαμε συμβιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συμβιώσει / να συμβιώνω / να συμβιώσω | να έχεις συμβιώσει / να συμβιώνεις / να συμβιώσεις | να έχει συμβιώσει / να συμβιώνει / να συμβιώσει | να έχουμε συμβιώσει / να συμβιώνουμε / να συμβιώσουμε | να έχετε συμβιώσει / να συμβιώνετε / να συμβιώσετε | να συμβιώνουν / να συμβιώνουνε / να συμβιώσουν / να συμβιώσουνε |
| Προστακτική | — | συμβίωνε / συμβίωσε | — | — | συμβιώνετε / συμβιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →