συμβιβασμός
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συμβιβάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμβιβασμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμβιβασμός (συμφιλίωση) < αρχαία ελληνική συμβιβάζω < συμ- + βιβάζω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική compromis )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμβιβασμός | συμβιβασμοί |
| Γενική | συμβιβασμού | συμβιβασμών |
| Αιτιατική | συμβιβασμό | συμβιβασμούς |
| Κλητική | συμβιβασμέ | συμβιβασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →