συμβιβάζω
•
- συμβάλλω στη μείωση ή εξάλειψη των διαφορών δύο μερών με διάφορους τρόπους Βικιλεξικό
- κάνω κάτι συμβατό, το συνταιριάζω, το κάνει να συνάδει Βικιλεξικό
- η ιδιότητα του βουλευτή δεν συμβιβάζεται με την άσκηση επαγγέλματος
Ετυμολογία
συμβιβάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμβιβάζω < σύν (συμ-) + βιβάζω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική compromise )
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συμβιβάζω | συμβιβάζεις | συμβιβάζει | συμβιβάζουμε | συμβιβάζετε | συμβιβάζουν / συμβιβάζουνε |
| Παρατατικός | συμβίβαζα | συμβίβαζες | συμβίβαζε | συμβιβάζαμε | συμβιβάζατε | συμβίβαζαν / συμβιβάζαν / συμβιβάζανε |
| Αόριστος | συμβίβασα | συμβίβασες | συμβίβασε | συμβιβάσαμε | συμβιβάσατε | συμβίβασαν / συμβιβάσαν / συμβιβάσανε |
| Μέλλοντας | θα συμβιβάζω / θα συμβιβάσω | θα συμβιβάζεις / θα συμβιβάσεις | θα συμβιβάζει / θα συμβιβάσει | θα συμβιβάζουμε / θα συμβιβάσουμε | θα συμβιβάζετε / θα συμβιβάσετε | θα συμβιβάζουν / θα συμβιβάζουνε / θα συμβιβάσουν / θα συμβιβάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συμβιβάσει | έχεις συμβιβάσει | έχει συμβιβάσει | έχουμε συμβιβάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συμβιβάσει | είχες συμβιβάσει | είχε συμβιβάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συμβιβάσει / να συμβιβάζω / να συμβιβάσω | να έχεις συμβιβάσει / να συμβιβάζεις / να συμβιβάσεις | να έχει συμβιβάσει / να συμβιβάζει / να συμβιβάσει | να έχουμε συμβιβάσει / να συμβιβάζουμε / να συμβιβάσουμε | να συμβιβάζετε / να συμβιβάσετε | να συμβιβάζουν / να συμβιβάζουνε / να συμβιβάσουν / να συμβιβάσουνε |
| Προστακτική | — | συμβίβαζε / συμβίβασε | — | — | συμβιβάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συμβιβάστηκασυμβιβάζομαισυμβιβάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →