Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμβιωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βιολογίαγια οργανισμό που ζει συμβιώνοντας με άλλα είδη, συνήθως αλλά όχι πάντα, προς αμοιβαίο όφελος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμβιωτικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική symbiotique < ελληνιστική κοινή συμβιωτής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμβιωτικόςσυμβιωτικήσυμβιωτικό
Γενικήσυμβιωτικούσυμβιωτικήςσυμβιωτικού
Αιτιατικήσυμβιωτικόσυμβιωτικήσυμβιωτικό
Κλητικήσυμβιωτικέσυμβιωτικήσυμβιωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμβιωτικοίσυμβιωτικέςσυμβιωτικά
Γενικήσυμβιωτικώνσυμβιωτικώνσυμβιωτικών
Αιτιατικήσυμβιωτικούςσυμβιωτικέςσυμβιωτικά
Κλητικήσυμβιωτικοίσυμβιωτικέςσυμβιωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →