Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμβολαιογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με συμβολαιογράφο ή το επάγγελμά του ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοσυμβολαιογραφικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμβολαιογραφικός < συμβολαιογράφος / συμβολαιογραφία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμβολαιογραφικόςσυμβολαιογραφικήσυμβολαιογραφικό
Γενικήσυμβολαιογραφικούσυμβολαιογραφικήςσυμβολαιογραφικού
Αιτιατικήσυμβολαιογραφικόσυμβολαιογραφικήσυμβολαιογραφικό
Κλητικήσυμβολαιογραφικέσυμβολαιογραφικήσυμβολαιογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμβολαιογραφικοίσυμβολαιογραφικέςσυμβολαιογραφικά
Γενικήσυμβολαιογραφικώνσυμβολαιογραφικώνσυμβολαιογραφικών
Αιτιατικήσυμβολαιογραφικούςσυμβολαιογραφικέςσυμβολαιογραφικά
Κλητικήσυμβολαιογραφικοίσυμβολαιογραφικέςσυμβολαιογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →