συμβολαιογραφικός
•
- που έχει σχέση με συμβολαιογράφο ή το επάγγελμά του ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοσυμβολαιογραφικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμβολαιογραφικός < συμβολαιογράφος / συμβολαιογραφία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμβολαιογραφικός | συμβολαιογραφική | συμβολαιογραφικό |
| Γενική | συμβολαιογραφικού | συμβολαιογραφικής | συμβολαιογραφικού |
| Αιτιατική | συμβολαιογραφικό | συμβολαιογραφική | συμβολαιογραφικό |
| Κλητική | συμβολαιογραφικέ | συμβολαιογραφική | συμβολαιογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμβολαιογραφικοί | συμβολαιογραφικές | συμβολαιογραφικά |
| Γενική | συμβολαιογραφικών | συμβολαιογραφικών | συμβολαιογραφικών |
| Αιτιατική | συμβολαιογραφικούς | συμβολαιογραφικές | συμβολαιογραφικά |
| Κλητική | συμβολαιογραφικοί | συμβολαιογραφικές | συμβολαιογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →