Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμβουλεύω

/siɱ.vuˈle.vo/ρήμα
•
  1. διατυπώνω την γνώμη μου και καθοδηγώ κάποιον ως προς το πώς πρέπει να ενεργήσει, να συμπεριφερθεί ή να αντιμετωπίσει μια κατάσταση, συχνά παρακινώντας τον να ακολουθήσει την γνώμη αυτή Βικιλεξικό
    • Ο καθηγητής συμβούλεψε τον μαθητή να οργανώσει καλύτερα τον χρόνο του πριν τις εξετάσεις.
    • 2011 Σοφία Μαντουβάλου, Χαρέμι ανδρών, εκδ. Καστανιώτη
  2. παθητική φωνή«συμβουλεύομαι» Βικιλεξικό
    • Πριν πάρω την τελική μου απόφαση, συμβουλεύτηκα έναν έμπειρο δικηγόρο.
  3. παθητική φωνή«συμβουλεύομαι» Βικιλεξικό
    • Για να βρω τη σωστή διαδρομή, συμβουλεύτηκα τον χάρτη.

Ετυμολογία

συμβουλεύω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συμβουλεύω < αρχαία ελληνική συμβουλεύω (δίνω συμβουλή), συμβουλεύομαι (ζητώ την συμβουλή κάποιου) και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική consulter. Συγχρονικά αναλύεται σε συμ- + βουλεύω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυμβουλεύωσυμβουλεύειςσυμβουλεύεισυμβουλεύουμεσυμβουλεύετεσυμβουλεύουν / συμβουλεύουνε
Παρατατικόςσυμβούλευασυμβούλευεςσυμβούλευεσυμβουλεύαμεσυμβουλεύατεσυμβουλεύαν / συμβουλεύανε / συμβούλευαν
Αόριστοςσυμβούλεψασυμβούλεψεςσυμβούλεψεσυμβουλέψαμεσυμβουλέψατεσυμβουλέψαν / συμβουλέψανε / συμβούλεψαν
Μέλλονταςθα συμβουλέψω / θα συμβουλεύωθα συμβουλέψεις / θα συμβουλεύειςθα συμβουλέψει / θα συμβουλεύειθα συμβουλέψουμε / θα συμβουλεύουμεθα συμβουλέψετε / θα συμβουλεύετεθα συμβουλέψουν / θα συμβουλέψουνε / θα συμβουλεύουν / θα συμβουλεύουνε
Παρακείμενοςέχω συμβουλέψειέχεις συμβουλέψειέχει συμβουλέψειέχουμε συμβουλέψει——
Υπερσυντέλικοςείχα συμβουλέψειείχες συμβουλέψειείχε συμβουλέψει———
Υποτακτικήνα έχω συμβουλέψει / να συμβουλέψω / να συμβουλεύωνα έχεις συμβουλέψει / να συμβουλέψεις / να συμβουλεύειςνα έχει συμβουλέψει / να συμβουλέψει / να συμβουλεύεινα έχουμε συμβουλέψει / να συμβουλέψουμε / να συμβουλεύουμενα συμβουλέψετε / να συμβουλεύετενα συμβουλέψουν / να συμβουλέψουνε / να συμβουλεύουν / να συμβουλεύουνε
Προστακτική—συμβούλευε / συμβούλεψε——συμβουλέψτε / συμβουλεύετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

συμβουλεύτηκασυμβουλεύομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →