συμβουλεύω
•
- διατυπώνω την γνώμη μου και καθοδηγώ κάποιον ως προς το πώς πρέπει να ενεργήσει, να συμπεριφερθεί ή να αντιμετωπίσει μια κατάσταση, συχνά παρακινώντας τον να ακολουθήσει την γνώμη αυτή Βικιλεξικό
- Ο καθηγητής συμβούλεψε τον μαθητή να οργανώσει καλύτερα τον χρόνο του πριν τις εξετάσεις.
- 2011 Σοφία Μαντουβάλου, Χαρέμι ανδρών, εκδ. Καστανιώτη
- παθητική φωνή«συμβουλεύομαι» Βικιλεξικό
- Πριν πάρω την τελική μου απόφαση, συμβουλεύτηκα έναν έμπειρο δικηγόρο.
- παθητική φωνή«συμβουλεύομαι» Βικιλεξικό
- Για να βρω τη σωστή διαδρομή, συμβουλεύτηκα τον χάρτη.
Ετυμολογία
συμβουλεύω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συμβουλεύω < αρχαία ελληνική συμβουλεύω (δίνω συμβουλή), συμβουλεύομαι (ζητώ την συμβουλή κάποιου) και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική consulter. Συγχρονικά αναλύεται σε συμ- + βουλεύω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συμβουλεύω | συμβουλεύεις | συμβουλεύει | συμβουλεύουμε | συμβουλεύετε | συμβουλεύουν / συμβουλεύουνε |
| Παρατατικός | συμβούλευα | συμβούλευες | συμβούλευε | συμβουλεύαμε | συμβουλεύατε | συμβουλεύαν / συμβουλεύανε / συμβούλευαν |
| Αόριστος | συμβούλεψα | συμβούλεψες | συμβούλεψε | συμβουλέψαμε | συμβουλέψατε | συμβουλέψαν / συμβουλέψανε / συμβούλεψαν |
| Μέλλοντας | θα συμβουλέψω / θα συμβουλεύω | θα συμβουλέψεις / θα συμβουλεύεις | θα συμβουλέψει / θα συμβουλεύει | θα συμβουλέψουμε / θα συμβουλεύουμε | θα συμβουλέψετε / θα συμβουλεύετε | θα συμβουλέψουν / θα συμβουλέψουνε / θα συμβουλεύουν / θα συμβουλεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω συμβουλέψει | έχεις συμβουλέψει | έχει συμβουλέψει | έχουμε συμβουλέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συμβουλέψει | είχες συμβουλέψει | είχε συμβουλέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συμβουλέψει / να συμβουλέψω / να συμβουλεύω | να έχεις συμβουλέψει / να συμβουλέψεις / να συμβουλεύεις | να έχει συμβουλέψει / να συμβουλέψει / να συμβουλεύει | να έχουμε συμβουλέψει / να συμβουλέψουμε / να συμβουλεύουμε | να συμβουλέψετε / να συμβουλεύετε | να συμβουλέψουν / να συμβουλέψουνε / να συμβουλεύουν / να συμβουλεύουνε |
| Προστακτική | — | συμβούλευε / συμβούλεψε | — | — | συμβουλέψτε / συμβουλεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συμβουλεύτηκασυμβουλεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →