συμβουλή
•
- η γνώμη ή η άποψη που διατυπώνει ένα άτομο, συνήθως με περισσότερες γνώσεις ή εμπειρία, προς κάποιο άλλο λιγότερο έμπειρο ή ειδικό, με σκοπό να το καθοδηγήσει στον τρόπο αντιμετώπισης μιας κατάστασης, δράσης ή συμπεριφοράς Βικιλεξικό
- 1894 ⌘ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ἡ Γλυκοφιλοῦσα
- «Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. Τ' όνομα εκεινού θέλω. Εσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!» (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Πίστομα, Κορφιάτικες ιστορίες, 1899)
Ετυμολογία
συμβουλή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμβουλή (παραινετική γνώμη). Συγχρονικά αναλύεται σε συμ- + βουλή.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμβουλή | αἱ / συμβουλές / συμβουλαί |
| Γενική | συμβουλής / συμβουλῆς / τῆς | συμβουλών / συμβουλῶν / τῶν |
| Αιτιατική | συμβουλή / συμβουλήν / τὴν | συμβουλάς / συμβουλές / τὰς |
| Κλητική | συμβουλή | συμβουλές / συμβουλαί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →