Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμμαθητεία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοτο να είναι κάποιος συμμαθητής, η ιδιότητα του συμμαθητή Βικιλεξικό
  2. λόγιοη χρονική περίοδος που κάποιοι είναι συμμαθητές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμμαθητεία < μεσαιωνική ελληνική συμμαθητεία < συμμαθητεύομαι < αρχαία ελληνική συμμαθητής < μαθητής < μανθάνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυμμαθητείασυμμαθητείες
Γενικήσυμμαθητείαςσυμμαθητειών
Αιτιατικήσυμμαθητείασυμμαθητείες
Κλητικήσυμμαθητείασυμμαθητείες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →