Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμμετοχικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με συμμετοχή, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προϋποθέτει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμμετοχικός < συμμετοχή + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική participation ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική participatif ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική participatory)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμμετοχικόςσυμμετοχικήσυμμετοχικό
Γενικήσυμμετοχικούσυμμετοχικήςσυμμετοχικού
Αιτιατικήσυμμετοχικόσυμμετοχικήσυμμετοχικό
Κλητικήσυμμετοχικέσυμμετοχικήσυμμετοχικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμμετοχικοίσυμμετοχικέςσυμμετοχικά
Γενικήσυμμετοχικώνσυμμετοχικώνσυμμετοχικών
Αιτιατικήσυμμετοχικούςσυμμετοχικέςσυμμετοχικά
Κλητικήσυμμετοχικοίσυμμετοχικέςσυμμετοχικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →