συμμετοχικός
•
- που έχει σχέση με συμμετοχή, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προϋποθέτει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμμετοχικός < συμμετοχή + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική participation ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική participatif ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική participatory)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμμετοχικός | συμμετοχική | συμμετοχικό |
| Γενική | συμμετοχικού | συμμετοχικής | συμμετοχικού |
| Αιτιατική | συμμετοχικό | συμμετοχική | συμμετοχικό |
| Κλητική | συμμετοχικέ | συμμετοχική | συμμετοχικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμμετοχικοί | συμμετοχικές | συμμετοχικά |
| Γενική | συμμετοχικών | συμμετοχικών | συμμετοχικών |
| Αιτιατική | συμμετοχικούς | συμμετοχικές | συμμετοχικά |
| Κλητική | συμμετοχικοί | συμμετοχικές | συμμετοχικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →