συμμορίτικος
•
- που έχει σχέση με την συμμορία ή τον συμμορίτη ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμμορίτικος < συμμορίτης + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμμορίτικος | συμμορίτικη | συμμορίτικο |
| Γενική | συμμορίτικου | συμμορίτικης | συμμορίτικου |
| Αιτιατική | συμμορίτικο | συμμορίτικη | συμμορίτικο |
| Κλητική | συμμορίτικε | συμμορίτικη | συμμορίτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμμορίτικοι | συμμορίτικες | συμμορίτικα |
| Γενική | συμμορίτικων | συμμορίτικων | συμμορίτικων |
| Αιτιατική | συμμορίτικους | συμμορίτικες | συμμορίτικα |
| Κλητική | συμμορίτικοι | συμμορίτικες | συμμορίτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →