συμμορία
•
- ομάδα κακοποιών που οργανωμένα και συνήθως βίαια και ανήθικα προσπαθούν για την επίτευξη των κακοποιών στόχων τους Βικιλεξικό
- νομικός όροςομάδα τριών τουλάχιστον κακοποιών που οργανωμένα και συνήθως βίαια προσπαθούν για την επίτευξη των κακοποιών στόχων τους Βικιλεξικό
- Σε υπόθεση ξυλοδαρμού ανηλίκου από συμμορία ανηλίκων στα βόρεια προάστια πριν από περισσότερο από έναν χρόνο, με σωρεία κακουργημάτων και πλημμελημάτων, ακόμα δεν έχει οριστεί δικάσιμος. (Δικάσιμος το 2035; Για ποια Δικαιοσύνη μιλάμε; 11/3/2025 , capital.gr https://www.capital.gr/o-agis-beroutis-grafei/3906028/dikasimos-to-2035-gia-poia-dikaiosuni-milame/)
- μεταφορικάομάδα παλιόπαιδων Βικιλεξικό
- ιστορίαφορολογική ομάδα Αθηναίων πολιτών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμμορία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμμορία < (σύν) συμ- + μόρα + -ία < μείρομαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)mer- (εκχωρώ, κατανέμω, μοιράζω) :* για τους σύγχρονους όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική bande
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμμορία | συμμορίες |
| Γενική | συμμορίας | συμμοριών |
| Αιτιατική | συμμορία | συμμορίες |
| Κλητική | συμμορία | συμμορίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →