συμπάθεια
•
- θετική, συναισθηματικά, στάση απέναντι σε κάτι ή κάποιον Βικιλεξικό
- τρέφει μεγάλη συμπάθεια για τη Μαρία
- ενδιαφέρον για κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- έχει ιδιαίτερη συμπάθεια στα ψηλά καπέλα
- το αντικείμενο της συμπάθειας Βικιλεξικό
- ο μεγάλος μου ανιψιός είναι η συμπάθειά μου
- ψυχολογίασυναισθηματικό δέσιμο μεταξύ ατόμων που οδηγεί στη δημιουργία αντίστοιχων συναισθημάτων Βικιλεξικό
- ιατρικήφαινόμενο κατά το οποίο ένα όργανο του σώματος αποκτά τα ίδια συμπτώματα με άλλο Βικιλεξικό
- φυσικήφαινόμενο κατά το οποίο ένα υλικό αποκτά μερικές ή παρεμφερείς ή όλες τις ιδιότητες άλλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμπάθεια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμπάθεια < συμπαθής < σύν + παθ- (πάσχω). Μορφολογικά αναλύεται σε συμ- + -πάθεια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπάθεια | συμπάθειες |
| Γενική | συμπάθειας | συμπαθειών |
| Αιτιατική | συμπάθεια | συμπάθειες |
| Κλητική | συμπάθεια | συμπάθειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →