συμπαθώ
•
- αισθάνομαι ή εκφράζω συμπάθεια για κάποιο πρόσωπο Βικιλεξικό
- μου αρέσει κάποιο πράγμα ή κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμπαθώ < αρχαία ελληνική συμπαθέω / συμπαθῶ < συμπαθής < σύν + πάσχω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συμπαθώ | συμπαθείς | συμπαθεί | συμπαθούμε | συμπαθείτε | συμπαθούν / συμπαθούνε |
| Παρατατικός | συμπαθούσα | συμπαθούσες | συμπαθούσε | συμπαθούσαμε | συμπαθούσατε | συμπαθούσαν / συμπαθούσανε |
| Αόριστος | συμπάθησα | συμπάθησες | συμπάθησε | συμπαθήσαμε | συμπαθήσατε | συμπάθησαν / συμπαθήσαν / συμπαθήσανε |
| Μέλλοντας | θα συμπαθήσω / θα συμπαθώ | θα συμπαθήσεις / θα συμπαθείς | θα συμπαθήσει / θα συμπαθεί | θα συμπαθήσουμε / θα συμπαθούμε | θα συμπαθήσετε / θα συμπαθείτε | θα συμπαθήσουν / θα συμπαθήσουνε / θα συμπαθούν / θα συμπαθούνε |
| Παρακείμενος | έχω συμπαθήσει | έχεις συμπαθήσει | έχει συμπαθήσει | έχουμε συμπαθήσει | έχετε συμπαθήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συμπαθήσει | είχες συμπαθήσει | είχε συμπαθήσει | είχαμε συμπαθήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συμπαθήσει / να συμπαθήσω / να συμπαθώ | να έχεις συμπαθήσει / να συμπαθήσεις / να συμπαθείς | να έχει συμπαθήσει / να συμπαθήσει / να συμπαθεί | να έχουμε συμπαθήσει / να συμπαθήσουμε / να συμπαθούμε | να έχετε συμπαθήσει / να συμπαθήσετε / να συμπαθείτε | να συμπαθήσουν / να συμπαθήσουνε / να συμπαθούν / να συμπαθούνε |
| Προστακτική | — | συμπάθει / συμπάθησε | — | — | συμπαθήστε / συμπαθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →