συμπαντικός
•
- που αναφέρεται ή προέρχεται από το σύμπαν Βικιλεξικό
- Οι μαύρες τρύπες προκάλεσαν συμπαντική «κλιματική αλλαγή». (εφ. Το Βήμα, 16.05.2012)
Ετυμολογία
συμπαντικός < (σύμπαν) συμπαντ- + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπαντικός | συμπαντική | συμπαντικό |
| Γενική | συμπαντικού | συμπαντικής | συμπαντικού |
| Αιτιατική | συμπαντικό | συμπαντική | συμπαντικό |
| Κλητική | συμπαντικέ | συμπαντική | συμπαντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπαντικοί | συμπαντικές | συμπαντικά |
| Γενική | συμπαντικών | συμπαντικών | συμπαντικών |
| Αιτιατική | συμπαντικούς | συμπαντικές | συμπαντικά |
| Κλητική | συμπαντικοί | συμπαντικές | συμπαντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →