Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμπαντικός

/sim.ban.diˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται ή προέρχεται από το σύμπαν Βικιλεξικό
    • Οι μαύρες τρύπες προκάλεσαν συμπαντική «κλιματική αλλαγή». (εφ. Το Βήμα, 16.05.2012)

Ετυμολογία

συμπαντικός < (σύμπαν) συμπαντ- + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμπαντικόςσυμπαντικήσυμπαντικό
Γενικήσυμπαντικούσυμπαντικήςσυμπαντικού
Αιτιατικήσυμπαντικόσυμπαντικήσυμπαντικό
Κλητικήσυμπαντικέσυμπαντικήσυμπαντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμπαντικοίσυμπαντικέςσυμπαντικά
Γενικήσυμπαντικώνσυμπαντικώνσυμπαντικών
Αιτιατικήσυμπαντικούςσυμπαντικέςσυμπαντικά
Κλητικήσυμπαντικοίσυμπαντικέςσυμπαντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →