Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμπαράσταση

/sim.baˈɾa.sta.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συμπαρίσταμαι / συμπαραστέκομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμπαράσταση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συμπαράστα(σις) (μαρτυρείται από το 1893) + -ση < συμπαρίσταμαι / συμπαραστέκομαι. Μορφολογικά αναλύεται σε συμ-παρά-στάση. : Δείτε και το μεσαιωνικό συμπαράστασις.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυμπαράστασησυμπαραστάσεις
Γενικήσυμπαράστασηςσυμπαραστάσεων
Αιτιατικήσυμπαράστασησυμπαραστάσεις
Κλητικήσυμπαράστασησυμπαραστάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →