συμπαράσταση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συμπαρίσταμαι / συμπαραστέκομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμπαράσταση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συμπαράστα(σις) (μαρτυρείται από το 1893) + -ση < συμπαρίσταμαι / συμπαραστέκομαι. Μορφολογικά αναλύεται σε συμ-παρά-στάση. : Δείτε και το μεσαιωνικό συμπαράστασις.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπαράσταση | συμπαραστάσεις |
| Γενική | συμπαράστασης | συμπαραστάσεων |
| Αιτιατική | συμπαράσταση | συμπαραστάσεις |
| Κλητική | συμπαράσταση | συμπαραστάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →