Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμπερασματικός

/sim.be.ra.zma.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με συμπέρασμα, αναφέρεται σ’ αυτό, περιέχει ή δηλώνει συμπέρασμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμπερασματικός < ελληνιστική κοινή συμπερασματικός < αρχαία ελληνική συμπέρασμα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμπερασματικόςσυμπερασματικήσυμπερασματικό
Γενικήσυμπερασματικούσυμπερασματικήςσυμπερασματικού
Αιτιατικήσυμπερασματικόσυμπερασματικήσυμπερασματικό
Κλητικήσυμπερασματικέσυμπερασματικήσυμπερασματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμπερασματικοίσυμπερασματικέςσυμπερασματικά
Γενικήσυμπερασματικώνσυμπερασματικώνσυμπερασματικών
Αιτιατικήσυμπερασματικούςσυμπερασματικέςσυμπερασματικά
Κλητικήσυμπερασματικοίσυμπερασματικέςσυμπερασματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →