Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμπέρασμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το αποτέλεσμα ενός συλλογισμού ή μιας συλλογιστικής πορείας Βικιλεξικό
    • Το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι δεν ξέρεις τι σου γίνεται.
  2. η κατάληξη μιας ομιλίας, άρθρου, έρευνας Βικιλεξικό
    • Το συμπέρασμα ήταν ότι και η λογική έχει τα όρια της.
  3. λογικήτο δεύτερο (δεξιό) μέρος της συνεπαγωγής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμπέρασμα < αρχαία ελληνική συμπέρασμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυμπέρασμασυμπεράσματα
Γενικήσυμπεράσματοςσυμπερασμάτων
Αιτιατικήσυμπέρασμασυμπεράσματα
Κλητικήσυμπέρασμασυμπεράσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →