συμπέρασμα
•
- το αποτέλεσμα ενός συλλογισμού ή μιας συλλογιστικής πορείας Βικιλεξικό
- Το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι δεν ξέρεις τι σου γίνεται.
- η κατάληξη μιας ομιλίας, άρθρου, έρευνας Βικιλεξικό
- Το συμπέρασμα ήταν ότι και η λογική έχει τα όρια της.
- λογικήτο δεύτερο (δεξιό) μέρος της συνεπαγωγής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμπέρασμα < αρχαία ελληνική συμπέρασμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπέρασμα | συμπεράσματα |
| Γενική | συμπεράσματος | συμπερασμάτων |
| Αιτιατική | συμπέρασμα | συμπεράσματα |
| Κλητική | συμπέρασμα | συμπεράσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →