συμπολίτευση
•
- το σύνολο των βουλευτών της κοινοβουλευτικής ομάδας ή του κυβερνητικού σχηματισμού που συμμετέχουν στην κυβέρνηση. Βικιλεξικό
- η παράταξη που έχει την πλειοψηφία στη Βουλή και από την οποία έχουν επιλεγεί κυβερνητικά στελέχη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμπολίτευση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμπολίτευ(σις) (η ιδιότητα του συμπολίτη) + -ση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπολίτευση | συμπολιτεύσεις |
| Γενική | συμπολίτευσης | συμπολιτεύσεων |
| Αιτιατική | συμπολίτευση | συμπολιτεύσεις |
| Κλητική | συμπολίτευση | συμπολιτεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →