Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμπολίτευση

/sim.boˈli.tef.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το σύνολο των βουλευτών της κοινοβουλευτικής ομάδας ή του κυβερνητικού σχηματισμού που συμμετέχουν στην κυβέρνηση. Βικιλεξικό
  2. η παράταξη που έχει την πλειοψηφία στη Βουλή και από την οποία έχουν επιλεγεί κυβερνητικά στελέχη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμπολίτευση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμπολίτευ(σις) (η ιδιότητα του συμπολίτη) + -ση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυμπολίτευσησυμπολιτεύσεις
Γενικήσυμπολίτευσηςσυμπολιτεύσεων
Αιτιατικήσυμπολίτευσησυμπολιτεύσεις
Κλητικήσυμπολίτευσησυμπολιτεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →