αντιπολίτευση
•
- πολιτικήτο σύνολο των κομμάτων που δε βρίσκεται στην κυβέρνηση ή δεν ασκεί την εξουσία, αλλά αντιτίθεται στις κυβερνητικές πολιτικές ή τις επικρίνει Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο σύνολο των δυνάμεων που ελέγχει ή αντιμάχεται όσους είναι επικεφαλής συλλόγων, σωματείων κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιπολίτευση < αντιπολιτεύ(ομαι) + (-σις) -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιπολίτευση | αντιπολιτεύσεις |
| Γενική | αντιπολίτευσης | αντιπολιτεύσεων |
| Αιτιατική | αντιπολίτευση | αντιπολιτεύσεις |
| Κλητική | αντιπολίτευση | αντιπολιτεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →