Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιπολίτευση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πολιτικήτο σύνολο των κομμάτων που δε βρίσκεται στην κυβέρνηση ή δεν ασκεί την εξουσία, αλλά αντιτίθεται στις κυβερνητικές πολιτικές ή τις επικρίνει Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασητο σύνολο των δυνάμεων που ελέγχει ή αντιμάχεται όσους είναι επικεφαλής συλλόγων, σωματείων κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιπολίτευση < αντιπολιτεύ(ομαι) + (-σις) -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντιπολίτευσηαντιπολιτεύσεις
Γενικήαντιπολίτευσηςαντιπολιτεύσεων
Αιτιατικήαντιπολίτευσηαντιπολιτεύσεις
Κλητικήαντιπολίτευσηαντιπολιτεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →