Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμπολίτης

/sim.boˈli.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο καταγόμενος από την ίδια πόλη ή αυτός που μένει στην ίδια πόλη Βικιλεξικό
  2. γενικότεραπου έχει την ίδια ιδιότητα, αυτήν του πολίτη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμπολίτης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμπολίτης < συν- (συμ-) + πολίτης < πόλις : γενικότερη έννοια < απόδοση για την αγγλική fellow citizen

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυμπολίτηςσυμπολίτες
Γενικήσυμπολίτησυμπολιτών
Αιτιατικήσυμπολίτησυμπολίτες
Κλητικήσυμπολίτησυμπολίτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →