πολίτης
•
- που έχει την ιθαγένεια μιας χώρας και έχει πολιτικά δικαιώματα Βικιλεξικό
- ειδικότερασυνώνυμο του ιδιώτης, που δεν κατέχει δημόσιο αξίωμα Βικιλεξικό
- Είμαι ένας απλός πολίτης που θέλει να ακούγεται η φωνή του! Δεν είμαι πολίτης βήτα κατηγορίας!
- ειδικότεραπου δεν είναι στρατιωτικός και ως άοπλος θεωρείται άμαχος ή συχνά και εκείνος που δεν είναι κληρικός Βικιλεξικό
- Άντε, και «καλός πολίτης». Πότε απολύεσαι; Πότε τελειώνει η θητεία σου;
- ειδικότερακάτοικος μιας πόλης Βικιλεξικό
- ειδικότεραο πολίτης μιας χώρας, που δεν είναι υπήκοος κάποιου μονάρχη (και δεν είναι αριστοκράτης) Βικιλεξικό
- σε επιθετική λειτουργίαο Πολίτης, ο Κωνσταντινουπολίτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολίτης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πολίτης, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική citoyen
Άλλοι τύποι
πολίτιςπολίτισσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →