συμπορεύομαι
•
- κυριολεκτικάπορεύομαι μαζί με κάποιον άλλο Βικιλεξικό
- μεταφορικάπορεύομαι μαζί με κάποιον άλλο και συνεργάζομαι μαζί του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμπορεύομαι < αρχαία ελληνική συμπορεύομαι < πορεύω < πόρος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →