Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμπροφορά

/sim.bɾo.foˈɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γλωσσολογίαη προφορά φωνηέντων ή συμφώνων διαδοχικά, χωρίς παύση Βικιλεξικό
    • Στη φράση «στον πατέρα» έχουμε συμπροφορά του [n] με το [p] ως [mb] ([stombaˈteɾa]). Το ίδιο και στην λέξη «συμπροφορά».

Ετυμολογία

συμπροφορά < συμ(προφέρω), συμ-προφορά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυμπροφοράσυμπροφορές
Γενικήσυμπροφοράςσυμπροφορών
Αιτιατικήσυμπροφοράσυμπροφορές
Κλητικήσυμπροφοράσυμπροφορές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →