συμπροφορά
•
- γλωσσολογίαη προφορά φωνηέντων ή συμφώνων διαδοχικά, χωρίς παύση Βικιλεξικό
- Στη φράση «στον πατέρα» έχουμε συμπροφορά του [n] με το [p] ως [mb] ([stombaˈteɾa]). Το ίδιο και στην λέξη «συμπροφορά».
Ετυμολογία
συμπροφορά < συμ(προφέρω), συμ-προφορά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπροφορά | συμπροφορές |
| Γενική | συμπροφοράς | συμπροφορών |
| Αιτιατική | συμπροφορά | συμπροφορές |
| Κλητική | συμπροφορά | συμπροφορές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →