Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνεκφώνηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γραμματικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνεκφωνώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνεκφώνηση < ελληνιστική κοινή συνεκφώνησις < συνεκφωνέω < ἐκφωνέω < αρχαία ελληνική φωνέω < φωνή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυνεκφώνησησυνεκφωνήσεις
Γενικήσυνεκφώνησηςσυνεκφωνήσεων
Αιτιατικήσυνεκφώνησησυνεκφωνήσεις
Κλητικήσυνεκφώνησησυνεκφωνήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →