συμφέρων
•
- που συμφέρει οικονομικά, ηθικά, πρακτικά Βικιλεξικό
- Οι όροι δεν ήταν συμφέροντες για την Ελλάδα και τελικά η συμφωνία ναυάγησε
- Βρήκαμε την πρόταση συμφέρουσα αλλά δεν το δείξαμε για να διαπραγματευθούμε κι άλλο
Ετυμολογία
συμφέρων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμφέρων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συμφέρω
Άλλοι τύποι
συμφέρονσυμφέροντασυμφέρονταςσυμφέροντεςσυμφέροντοςσυμφέρουσασυμφέρουσαςσυμφέρουσεςσυμφέρωνσυμφερουσώνσυμφερούσηςσυμφερόντων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →