Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμφυής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βοτανικήπου έχει φυτρώσει μαζί με κάτι άλλο Βικιλεξικό
  2. που έχει φτιαχτεί μαζί με κάτι άλλο Βικιλεξικό
    • Τα δύο βάθρα φέρουν πάνω τους τις δύο εντυπωσιακές Καρυάτιδες, που είναι «συμφυείς με πεσσούς». (*)
  3. μεταφορικάεκ φύσεως Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμφυής < αρχαία ελληνική συμφυής < σύν + -φυής (φύω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμφυήςσυμφυήςσυμφυές
Γενικήσυμφυούςσυμφυούςσυμφυούς
Αιτιατικήσυμφυήσυμφυήσυμφυές
Κλητικήσυμφυή / συμφυήςσυμφυήςσυμφυές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμφυείςσυμφυείςσυμφυή
Γενικήσυμφυώνσυμφυώνσυμφυών
Αιτιατικήσυμφυείςσυμφυείςσυμφυή
Κλητικήσυμφυείςσυμφυείςσυμφυή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →