Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συναίνεση

/siˈne.ne.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. συγκατάθεση, αποδοχή Βικιλεξικό
    • το παιδί άλλαξε σχολείο έπειτα από υπόδειξη των διδασκόντων και με τη συναίνεση των γονέων
  2. σε συλλογικά σώματαη ύπαρξη μιας ευρείας αποδοχής, πολύ ανώτερης από τη συνήθη πλειοψηφία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συναίνεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συναίνε(σις) + -ση < αρχαία ελληνική / συναινῶ. Δείτε και αίνος, αἶνος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυναίνεσησυναινέσεις
Γενικήσυναίνεσηςσυναινέσεων
Αιτιατικήσυναίνεσησυναινέσεις
Κλητικήσυναίνεσησυναινέσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →