Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συναίρεση

/siˈne.ɾe.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γραμματικήη ένωση δύο γειτονικών φωνηέντων ή διφθόγγων μέσα σε μία λέξη σε ένα φωνήεν ή μία δίφθογγο Βικιλεξικό
    • π.χ. στα αρχαία ελληνικά: ποιέω > ποιῶ, στα νέα ελληνικά: ακούεις > ακούς

Ετυμολογία

συναίρεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συναίρε(σις) + -ση < αρχαία ελληνική συναιρέω, συναιρῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυναίρεσησυναιρέσεις
Γενικήσυναίρεσηςσυναιρέσεων
Αιτιατικήσυναίρεσησυναιρέσεις
Κλητικήσυναίρεσησυναιρέσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →