συναιρώ
•
- γραμματικήεπιφέρω συναίρεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναιρώ < αρχαία ελληνική συναιρέω / συναιρῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συναιρώ | συναιρείς | συναιρεί | συναιρούμε | συναιρείτε | συναιρούν / συναιρούνε |
| Παρατατικός | συναιρούσα | συναιρούσες | συναιρούσε | συναιρούσαμε | συναιρούσατε | συναιρούσαν / συναιρούσανε |
| Αόριστος | συναίρεσα | συναίρεσες | συναίρεσε | συναιρέσαμε | συναιρέσατε | συναίρεσαν / συναιρέσαν / συναιρέσανε |
| Μέλλοντας | θα συναιρέσω / θα συναιρώ | θα συναιρέσεις / θα συναιρείς | θα συναιρέσει / θα συναιρεί | θα συναιρέσουμε / θα συναιρούμε | θα συναιρέσετε / θα συναιρείτε | θα συναιρέσουν / θα συναιρέσουνε / θα συναιρούν / θα συναιρούνε |
| Παρακείμενος | έχω συναιρέσει | έχεις συναιρέσει | έχει συναιρέσει | έχουμε συναιρέσει | έχετε συναιρέσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συναιρέσει | είχες συναιρέσει | είχε συναιρέσει | είχαμε συναιρέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συναιρέσει / να συναιρέσω / να συναιρώ | να έχεις συναιρέσει / να συναιρέσεις / να συναιρείς | να έχει συναιρέσει / να συναιρέσει / να συναιρεί | να έχουμε συναιρέσει / να συναιρέσουμε / να συναιρούμε | να έχετε συναιρέσει / να συναιρέσετε / να συναιρείτε | να συναιρέσουν / να συναιρέσουνε / να συναιρούν / να συναιρούνε |
| Προστακτική | — | συναίρει / συναίρεσε | — | — | συναιρέστε / συναιρείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →